Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Σούμο...μόνο για λίγους και δυνατούς...

Για περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια
οι τεράστιοι αυτοί ανθρώπινοι όγκοι των 150 κιλών ο καθένας απαρτίζουν μία από τις αρχαιότερες
και ολιγομελέστερες «πριβέ λέσχες» του κόσμου...

Τα μέλη της, δεκάδες μαθητευόμενοι και 700 επαγγελματίες. Από αυτούς όμως μόνο οι 65 βρίσκονται στην κορυφή: έχουν κατακτήσει τον τίτλο του «γιοκοσούνα», του μεγάλου πρωταθλητή. Οι υπόλοιποι ανήκουν στις κατώτερες κατηγορίες. Ωστόσο όλοι τους, συμπεριλαμβανομένων και νεαρών αγοριών που δεν έχουν κλείσει ακόμη τα 15 τους χρόνια, εκπαιδεύονται εντατικά σε κάποια από τις 49 σχολές σούμο στην Ιαπωνία. Νέοι και βετεράνοι, υποταγμένοι σε μια σκληρή δίαιτα προκειμένου να... παχύνουν και σε μια αυστηρή πειθαρχία, βιώνουν μια σπαρτιάτικη ζωή.


Και τηρούν πιστά τους κανόνες που επιβάλλει ο άγραφος νόμος της ιεραρχίας αυτής της πολεμικής τέχνης στην οποία, σύμφωνα με έναν ιαπωνικό θρύλο, οφείλει την ύπαρξή της η ίδια η χώρα! Το πρώτο πράγμα πάντως που πρέπει να κάνει καλά ένας εκπαιδευόμενος προκειμένου να έρθει η πολυπόθητη στιγμή κατά την οποία ίσως γευθεί και εκείνος τη μέγιστη δόξα, την κατάκτηση του Κυπέλλου του Αυτοκράτορα, είναι να... μαγειρεύει!

Ο αγώνας.
Οταν ανεβαίνουν στο ρινγκ, το «ντόχιο», μπορούν πλέον να επιδείξουν σε όλο τους το μεγαλείο τα εμβλήματα που αποτελούν τα «σήματα κατατεθέντα» του χαρακτηρισμού που φέρουν, δηλαδή του αήττητου άνδρα: τον επιδέξια πλεγμένο κότσο που συγκρατεί υπερήφανα τα μαλλιά τους, σύμφωνα με την παλιά ιαπωνική συνήθεια του 18ου αιώνα, το μεγάλο λευκό πανί σαν κορδόνι βάρους 13 κιλών που κρέμεται από τη μέση τους και δένει ανάμεσα στα πόδια τους και τα πέντε μικρά χάρτινα κομμάτια κομμένα σε σχήμα ζιγκ ζαγκ. Στη συνέχεια στέκονται στο κέντρο ενός κύκλου από άμμο μέσα στην τετράγωνη αρένα που με την έναρξη του αγώνα θα σκεπαστεί με αλάτι. Οι δύο παλαιστές ανοίγουν διάπλατα τα χέρια τους και τα σηκώνουν ψηλά, σύμφωνα με το ιαπωνικό έθιμο, προκειμένου να δείξουν ότι δεν φέρουν πάνω τους κανένα είδος όπλου. Κοιτούν προς τον Βορρά και χαιρετούν τον Αυτοκράτορα. Για μερικά λεπτά αναμετρούν τις δυνάμεις τους κοιτώντας ο ένας τον άλλον με λαχταριστή αγριότητα. Τώρα μηδέν στο ρολόι ο διαιτητής κηρύσσει την έναρξη του αγώνα με μια βεντάλια πολέμου. Οι δύο γιγάντιοι όγκοι συγκρούονται μετωπικά.


 Οι γροθιές, οι γρατσουνιές και οι δαγκωματιές απαγορεύονται ρητά ανάμεσα στους μαχητές. Επίσης είναι αυστηρώς απαγορευμένα και τιμωρούνται με βαριές ποινές τα τραβήγματα των μαλλιών καθώς και τα χτυπήματα στα μάτια και στα ευαίσθητα σημεία του αντιπάλου. Αντίθετα επιτρέπονται και επικροτούνται τα δυνατά χτυπήματα με το χέρι, τα χαστούκια, το σπρώξιμο, οι τρικλοποδιές και άλλες εβδομήντα τεχνικές ρίψεως του σώματος. Ο καλός αγωνιστής του σούμο πρέπει να επιδεικνύει μεγάλη ισορροπία, να είναι ευκίνητος και ευλύγιστος και να επιτυγχάνει να διατηρεί το χαμηλότερο δυνατόν κέντρο βάρους ώστε να αποφύγει την άμεση εκτόπισή του από το ρινγκ, που αποτελεί άλλωστε και έναν από τους δύο στόχους του αντιπάλου προκειμένου να τον οδηγήσει στην ήττα. Στην περίπτωση όπου κάποιο μέρος του σώματός τους αγγίξει το «ντόχιο», με εξαίρεση τις πατούσες των ποδιών, που αποτελεί και τον άλλον στόχο αυτού του αθλήματος, τότε θα έχει επιτευχθεί και ολοκληρωθεί η ήττα. Ο χαμένος κείται πλέον στο δάπεδο.


Από τη στιγμή όπου ξεκίνησαν η αναμέτρηση, τα χτυπήματα και τα χαστούκια ως την πτώση του ηττημένου έχουν περάσει μετά βίας δέκα δευτερόλεπτα, ενώ η μέγιστη χρονική διάρκεια μερικών πολύ συναρπαστικών αγώνων ήταν δύο ως τρία λεπτά. Αυτό είναι και το μεγαλείο της συντομίας του σούμο· το οποίο επισήμως δεν είναι ένα άθλημα, ένα σπορ, αλλά μια επιδεξιότητα, μια τέχνη, η εθνική ιαπωνική γιορτή.


Η ώρα της «συνταξιοδότησής»
Ο πρωταθλητής παραμένει στην κορυφή για μία χρονιά. Οταν κάποτε φθάσει η στιγμή της αποχώρησής του από το άθλημα, η ώρα της «συνταξιοδότησής» του, πραγματοποιείται η πιο λαμπρή και εντυπωσιακή τελετή, το «νταμπατσουσίκι»: τότε ο πρωταθλητής κάθεται στο κέντρο του κύκλου της αρένας και επιτρέπει να του ξετυλίξουν τα μαλλιά λύνοντας τον πλεγμένο κότσο, το «σήμα κατατεθέν» του ανίκητου άνδρα. Συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι, διάσημοι και ερασιτέχνες, θα «ξιφομαχήσουν» με ένα ψαλίδι προκειμένου να κόψουν ει δυνατόν, όλοι λίγο από τα μαλλιά της πολύτιμης αλογοουράς, του ιερού εμβλήματος του «γιοκοσούνα».

Η «χέγια»
Η «χέγια» είναι το κτίριο όπου στεγάζονται και εκπαιδεύονται οι αθλητές. Αυτό περιλαμβάνει μονάδες ύπνου, εγκαταστάσεις μαγειρικής και εκπαιδευτικό «ντόχιο» (αρένα). Για τον κάθε «ρίκισι», μαθητευόμενο και επαγγελματία, η κάθε «χέγια» ή αλλιώς ο «στάβλος», όπως αποκαλούν τις σχολές αυτού του είδους στην Ιαπωνία, είναι το σπίτι του, το αφεντικό με τη γυναίκα του πάντα ένας παλαίμαχος του είδους αποτελούν τους γονείς του και οι συνάδελφοί του γύρω στα 15 άτομα σε κάθε σχολή τα αδέλφια του.


 Σε αυτές τις σχολές, οι οποίες ανέρχονται σε 49 σε όλη τη χώρα, τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι μαθητευόμενοι, νεαρά αγόρια που πολλές φορές δεν έχουν κλείσει καν τα 15 τους χρόνια, δουλεύουν καθημερινά το βάρος και τους μυς τους γνωρίζοντας έναν από τους πιο σκληρούς και σπαρτιάτικους τρόπους ζωής. Αυτή τη στιγμή σε μια χώρα 120 εκατομμυρίων κατοίκων υπάρχουν 700 επαγγελματίες του σούμο, από τους οποίους όμως μόνο οι 70 ανήκουν στις δύο ανώτερες κατηγορίες.

Η προπόνηση και η διατροφή των Σούμο.
Το πρώτο πράγμα πάντως που πρέπει να μάθει να κάνει καλά ένας μαθητευόμενος προκειμένου να γίνει ένας καλός παλαιστής του σούμο είναι να μαγειρεύει! Και για να χορτάσουν όλοι αυτοί οι ανθρώπινοι γίγαντες μαγειρεύει πολύ. Επίσης στα πλαίσια αυτής της καινούργιας ζωής σκουπίζει, πλένει, σφουγγαρίζει και, πάνω από όλα, περιμένει. Ο πρωτάρης είναι ο τελευταίος για όλα. Η ημέρα για τους νεοεισαχθέντες στη σχολή ξεκινά στις πέντε τα ξημερώματα, χωρίς πρωινό. Προηγείται η πάλη. Πρέπει να ετοιμάσουν οι ίδιοι τον χώρο της προπόνησης και στη συνέχεια να είναι έτοιμοι να τρανταχθούν από τα χτυπήματα, να συρθούν στην άμμο και να εκσφενδονισθούν από τη μια μεριά της αρένας στην άλλη. Εκατοντάδες κιλά όγκου είναι έτοιμα να συγκρουσθούν μεταξύ τους.


 Η προπόνηση με τα χτυπήματα - κλειδιά, τα πεσίματα και τα τραβήγματα συνεχίζεται χωρίς διάλειμμα ως τις 11 το πρωί και δίχως οι μαθητευόμενοι να βάλουν μπουκιά στο στόμα τους. Οπως έχει συμβεί πολλές φορές, το μόνο που σκέφτονται μερικοί πρωτάρηδες την πρώτη και πολλές ημέρες αργότερα είναι να τα παρατήσουν.


Ως τη μία το μεσημέρι πάντως πρέπει να έχουν ετοιμάσει το γεύμα για τους ανωτέρους τους στη βαθμίδα της ιεραρχίας, το «τσανκονάμπε», το μοναδικό φαγητό που επιτρέπει η διατροφή του παλαιστή: ένα τεράστιο καζάνι γεμάτο με βρασμένα θαλασσινά φύκια, κομμάτια από κοτόπουλο, χοιρινό, ψάρι, κρεμμύδια, καρότα και άλλα λαχανικά. Στο στομάχι του παλαιστή καταλήγουν αμέτρητα πιάτα από αυτό το φαγητό που συνοδεύονται με εξίσου αμέτρητη ποσότητα λευκού ρυζιού και μπίρας. Ακολουθεί ο μεσημεριανός ύπνος ούτως ώστε να ευνοηθεί το πάχος, οι θερμίδες δηλαδή να γίνουν κιλά προτού καούν και γίνουν καύσιμα για τους μυς. Και τότε είναι η μόνη στιγμή όπου οι υποψήφιοι παλαιστές έχουν δικαίωμα να βάλουν κάτι στο στόμα τους για πρώτη φορά από τις πέντε τα ξημερώματα: ό,τι έχει περισσέψει...


Το απόγευμα θα συνεχίσουν με μία ακόμη σειρά ασκήσεων μικρότερης έντασης από την πρωινή, ενώ μόνο όταν θα πέφτει πια το σκοτάδι θα καταφέρουν, με ένα καυτό μπάνιο, να χαλαρώσουν έπειτα από μία ακόμη εξαντλητική ημέρα. Μια ημέρα κατά τη διάρκεια της οποίας ίσως να σκέφτονται ότι θέλουν να τα παρατήσουν, αλλά κατά τη νύχτα στα όνειρά τους μάλλον ακούνε τις ζητωκραυγές και τα χειροκροτήματα των 10.000 θεατών του αγώνα για το πολυπόθητο Κύπελλο του Αυτοκράτορα.


Ο θρύλος.
Η ηλικία του σούμο είναι ίδια με εκείνη της χώρας που το γέννησε: μεγαλύτερη των δύο περασμένων χιλιετηρίδων. Αρχαίες τοιχογραφίες μαρτυρούν τη μακρινή καταγωγή του, ενώ στην προϊστορική περίοδο δείχνει να εξυπηρετεί κυρίως ως αγροτική τελετουργία, προσευχή για καλή σοδειά. Στο «Κοχίκι», ένα βιβλίο που αποτελεί το παλαιότερο δείγμα ιαπωνικής γραφής, αναφέρεται ένας θρύλος σύμφωνα με τον οποίο η κατοχή των ιαπωνικών νησιών καθορίστηκε πριν από περίπου 2.500 χρόνια από έναν αγώνα σούμο μεταξύ των θεών Τακεμιζακούτσι και Τεκιμινακάτα. Οι δύο αντίπαλοι πάλεψαν στις ακτές του Ιζούμο, που σήμερα ονομάζεται Σμιάνε Κεν, με αποτέλεσμα την ήττα του Τεκιμινακάτα. Ο έλεγχος του αρχιπελάγους δόθηκε στον ιαπωνικό λαό με ηγέτη τον Τακεμιζακούτσι, ο οποίος, όπως λέει ο μύθος, δημιούργησε την αυτοκρατορική οικογένεια, από όπου έχει ρίζες ο σημερινός αυτοκράτορας.


Ανάμεσα στις εγγεγραμμένες μάχες μεταξύ θνητών συγκαταλέγεται και η παράδοση του «τένραν σούμο» (σούμο υπό αυτοκρατορική παρουσία), η οποία αν και διαφοροποιημένη ­ διατηρείται ως σήμερα. Κατά τη διάρκεια της εποχής του αυτοκράτορα Σόμου (42 π.Χ. - 49 μ.Χ.) επιστρατεύονταν παλαιστές από ολόκληρη τη χώρα για να αναμετρηθούν στον κήπο του αυτοκρατορικού παλατιού, στα πλαίσια μιας γιορτής με την ονομασία «σέσι» που πραγματοποιείτο στις αρχές του Αυγούστου. Την ίδια στιγμή συγκεντρώνονταν στο παλάτι άνθρωποι των γραμμάτων, της τέχνης και της μουσικής και επιδίδονταν σε έναν «διαγωνισμό» συγγραφής ποιημάτων. Ετσι το σούμο από αγροτική τελετουργία επεκτάθηκε στην καθιέρωση του «σέσι-σούμο», σε μια μεγάλης κλίμακας τελετή, μια προσευχή για την εθνική ειρήνη και την καρποφορία της ιαπωνικής κοινωνίας, για να προωθηθεί κατά τη διάρκεια της θητείας του αυτοκράτορα Σάγκα ως πολεμική τέχνη, με τη θέσπιση κανόνων και τον προσδιορισμό τεχνικών.

πηγή   tovima.gr


 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...